Μια γλάστρα με βασιλικό,
σε τούτη εδώ τη χώρα,
με τα ψηλά τα σπίτια της,
τους παγωμένους δρόμους!
Τι θέλει εδώ και τι γυρεύει;

Ξενιτεμένη μοιάζει
και προσπαθεί,
να ζεσταθεί απ’ τα χνώτα,
εκείνων π’ άφησαν μιαν άλλη γη,
πιο φωτεινή και γαλανή.

(Αφιέρωμα τιμής στους Κύπριους που σε στιγμές κρίσιμες για τον Ελληνισμό, άφησαν το άροτρο και το δρεπάνι και έτρεξαν να συμμετάσχουν στους αγώνες για την σωτηρία του Έθνους)

Ούλλοι οι κλέφτες σσιύφκουσιν τζιαι οι καπεταναίοι
Τζιαι του φιλούν σεβάσμια το άγιον του σιέριν.
Μα έναν μισοκόπελλον, ψηλόν σαν τζιυπαρίσσιν,
Κατσαρομάλλιν, όμορφον, μανιέρα του το φέσιν,
Που ‘σιει ζαβά στην τζιεφαλήν, πρεπός1 εις την νεότην,
Εν του φιλά το σιέριν του, του γέρου του Δεσπότη.
Μόνον του τζιείνον σιαιρετά, ίσιον, καπαρτισμένον,
που κα’ στο σσιος του πλατανιού, πουν ούλλοι συναμένοι
τζιαι σάζει τ’ αλαβρόν σπαθίν, εις την λεγνήν του κόξαν,
με ζώστραν γρουσοκλώσιαστην, που πα’ στην μαύρην βράκαν,
γελέκκιν ολοκέντητον, ποΐνες τομαρένες,
να τρίζουν οι προκκούες τους, ν’ ακούουν οι κορούες.
Μαλλώννει του ο τζιύρης του, θυμώννει του ο κλέφτης:

(Αφιέρωμα τιμής στον Ελληνισμό της Κύπρου που συνέδραμε το Έθνος στους σκληρούς του αγώνες για Ελευθερία και Δικαιοσύνη. Το ποίημα αυτό το αφιερώνω ιδιαίτερα στους Κύπριους που πολέμησαν για την Ελευθερία της Μακεδονίας, στο πλευρό των Ελλαδιτών αδελφών, στην διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων και του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου).

Το υνί και το κοπάδι σου τα άφησες
Στης αδελφής τα χέρια,
Να οργώνει μονάχη της τη γη και να την σπέρνει,
Τα πρόβατα να βγάζει στη βοσκή
Στης Μεσαριάς τον κάμπο.
Τον κύρη εχαιρέτησες κι επήρες την ευχή του,
Την μάνα σου εφίλησες κι είχες σφιχταγκαλιάσει
Και στην καλή σου έστειλες βασιλικού κλωνάρι,
Να τώχει μες τον κόρφο της να του γλυκομιλάει.
Έτρεξες γρήγορα εσύ, εις την κραυγή του Έθνους,
Να πάεις μακριά, σ’ άλλα λιμέρια του Ακρίτα,
Με το σπαθί στο χέρι σου και λιονταρίσια την καρδιά,
Λευτερωτής μιας γης π’ αγάπησες,
Χωρίς να δεις, χωρίς να την πατήσεις.
Στα Πέντε Πηγάδια επολέμησες και στο Κιλκίς,
Στον Λαχανά και σ’ άλλες μάχες,
Όπου φωτιά και σίδερο εσύ πρώτος.
Αψήφησες του Χάροντα το κοφτερό δρεπάνι,
Τον δρόμο της δόξας επερπάτησες,
Τον δύσβατο κι αιματοποτισμένο.
Στη Σαλονίκη μπήκες νικητής,
Πορεύτηκες σε δαφνοστρωμένους δρόμους
Και ροδοπέταλα στην κεφαλή σου εδέχτηκες,
Που κόρες γαλανές σε έραναν με τα αγνά τους χέρια.
Με αίμα βάφτηκε η σαραντάπηχη σου η βράκα
Μα ήταν η ψυχή σου αδέλφι μου
Από το φως γεμάτη
Που δίνει η Λευτεριά στους εκλεκτούς της
Για να το σπέρνουν όπου διαβούν κι όπου θα περάσουν.
Από το φως που σ’ έλουσε άστραψε και η γη σου
Κι ας ήταν θρονιασμένη εδώ και σιδερόφραχτη η τυραννία...

(Αφιέρωμα στους Αγνοούμενους της Κύπρου)

Ήρθες καταμεσήμερο,
στην κάψα τ’ Αλωνάρη
και μου ‘πες: «Μάνα έχε γεια,
πάω να πολεμήσω,
για της πατρίδας την τιμή
και την Ελευθερία».

(Αφιερωμένο στον Ηρωομάρτυρα Τάσο Ισαάκ)

Εκεί στη νεκρή ζώνη, της μοιρασμένης πατρίδας,
έριξες λίπασμα το κορμί σου και το αίμα.

Oct 11, 2009

OLD NICOSIA General Hospital should not be demolished, it should be preserved as a monument honouring the thousands of nurses, doctors and other health professionals who offered their services to the sick with devotion, kindness and diligence, within this building, as well as all those who received such services.

Άγιος Γεώργιος Δρακοντοκτόνος

(Καραολής και Δημητρίου)

Ξημέρωσε η 10η  Μαΐου 1956, ημέρα των γενεθλίων μου. Δεν ήταν όμως όπως όλα τα άλλα μου γενέθλια που προσδοκούσα χαρούμενη να πάρω ευχές και κανένα σελίνι, ως δώρο, από στενούς συγγενείς. Ήταν ένα πολύ θλιβερό πρωινό που όλοι οι μεγάλοι περίμεναν να ακούσουν από τις ειδήσεις αν το αίτημα προς την Βασίλισσα της Μεγάλης Βρετανίας Ελισάβετ, για απονομή χάριτος στους δύο καταδικασθέντες στην εσχάτη των ποινών, Μιχαήλ Καραολή κι Ανδρέα Δημητρίου, είχε μια θετική ανταπόκριση.

Το προηγούμενο βράδυ, την ώρα του δείπνου, η μητέρα μου έλεγε στον πατέρα μου, όπως κάθε βράδυ, την σύνοψη των ειδήσεων που κατόρθωνε να διαβάσει από την εφημερίδα, παρά τις αμέτρητες δουλειές της με μια οικογένεια από 9 άτομα, 6 εμείς τα παιδιά, δύο οι γονείς μου και μια η γιαγιά μου Αναστασία, μητέρα του πατέρα μου, σε βαθύ γήρας που η μάνα μου την φρόντιζε με μεγάλη αφοσίωση και αγάπη. Ο πατέρας μου δεν εύρισκε καθόλου χρόνο να μελετήσει ο ίδιος την εφημερίδα, αφού έφευγε από το σπίτι μας, με τα βόδια του, πριν ακόμα να χαράξει το φως της Αυγής και επέστρεφε όταν ο ουρανός είχε ήδη στολιστεί από αρκετά άστρα. Βασιζόταν λοιπόν στις ειδήσεις που άκουγε στο καφενείο όπου πήγαινε για λίγη ώρα πριν από το δείπνο και στην μητέρα μου, για την ενημέρωση του. Μεταξύ των λίγων ιδιωτών του χωριού που αγόραζαν τότε εφημερίδα, συγκαταλεγόταν και η μητέρα μου. Κυρίαρχο λοιπόν θέμα την ώρα του δείπνου μας εκείνο το βράδυ, ήταν η ικεσία προς την βασίλισσα Ελισάβετ για απονομή χάριτος στους δύο καταδικασθέντες. Αν και παιδί τότε, εγώ άκουγα την κάθε της λέξη, γιατί έλεγε πάντα σημαντικά πράγματα.

(Αφιέρωμα στην Κέρκυρα και σ' όλα τα απόδημα παιδιά της)

Που πήγε το φεγγάρι και κρύφτηκε,
Που είναι τα μύρια άστρα να κεντούν
Το βαθύ ατλάζι του ουρανού;
Μη κι έχει πέσει στα στήθια  μου ο ουρανός
Γι’ αυτό με σφίγγει και με πλακώνει;

Χελιδόνι,
Με το γλυκό τραγούδι στο στόμα,
Που μυρίζει πασχαλιά
Και  έρωτα συνάμα,
Άσε με να σε φιλήσω
Τ’ όμορφο τούτο δειλινό,
Άσε με να σ’ αγκαλιάσω,
Δεν βλέπεις πόσο σ’ αγαπώ!...

Μου φεύγεις μέσα από τα χέρια,
Χελιδόνι της Άνοιξης,
Που πας;
Τι ακριβότερο ζητάς απ’ την Αγάπη;

Άγιος Γεώργιος Δρακοντοκτόνος
 
Άγιος Γεώργιος Δρακοντοκτόνος
Έργο Βαλεντίνης Αναστασίου

Διαστάσεις εικόνας 59 x 40.5 εκατοστά
Πληροφορίες για την εικόνα

Ο Άγιος Γεώργιος κατείχε μια πολύ ξεχωριστή θέση στις καρδιές και στην σκέψη των κατοίκων του κατεχόμενου τώρα Πραστειού Μεσαορίας. Οι αφηγήσεις τους τον δείχνουν υπεράνω όλων των άλλων αγίων, λίγο πιο κάτω από την Παναγία! Ήταν μια ζωντανή ύπαρξη, μια οντότητα που παρέμβαινε και βοηθούσε κάθε φορά που ένας άνθρωπος του απηύθυνε μια ικεσία για βοήθεια. Ανάμεσα στους πολλούς θρύλους που αφηγούνταν οι παλαιότεροι, κυρίαρχοι ήταν εκείνοι που αναφέρονταν στον Άγιο μας, όπως και ο πιο κάτω:

Οι γείτονες της περικαλλούς εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου, στο κέντρο του χωριού μαρτυρούσαν ότι άκουγαν τα πέταλα του αλόγου του που ξεκινούσαν από την μεγάλη, φορητή εικόνα του στον βόρειο τοίχο, δίπλα από το εικονοστάσι. Προχωρούσαν προς την βόρεια πόρτα, η οποία άνοιγε με ένα ισχυρό θόρυβο! Ήξεραν τότε ότι ο Άγιος έφυγε για κάποιο θαύμα και έμεναν άγρυπνοι, αναμένοντας την επιστροφή του. Σε κάποια στιγμή, στα βάθη της νύχτας, τα πέταλα του αλόγου ακούγονταν να χτυπούν ξανά στον δρόμο, η βόρεια πόρτα της εκκλησίας ξανάνοιγε με τον ίδιο θόρυβο και τα πέταλα προχωρούσαν προς την εικόνα του βόρειου τοίχου και εκεί έσβηναν… Είχαν την σίγουρη μαρτυρία ότι ο Άγιος επέστρεψε από κάποιο θαύμα, γεγονός που αφηγούνταν στους υπόλοιπους συγχωριανούς, με το πρώτο φως του ήλιου!