Αγάπησε με τώρα, Σαρπηδόνα,
είναι ο χρόνος δώρο ακριβό, μην το ξεχνάς.
Πες μου την λέξη την μεγάλη,
προτού κινήσεις για την Τροία.
Μην μου υπόσχεσαι πως αύριο θα μου την πεις,
ή σαν γυρίσεις πίσω νικητής, απ’ τον μεγάλο πόλεμο,
και θα ‘μαι δίπλα σου, βασίλισσα, στον θρίαμβο σου.
Το αύριο κανένας δεν το ξέρει,
παρά μονάχα ο Τρισμεγάλος Δίας,
πούχει την Γη μες στην παλάμη του, κι ορίζει όλο το σύμπαν.
Κι’ η Τύχη το γνωρίζει,
πού ‘ναι κι αυτής ο θρόνος της μες στους θεούς τους άλλους.

Έλα, λοιπόν, και πες μου το,
να ‘ρθει χαρά μες στην καρδιά μας, και των δύο,
η πιο ακριβή απ’ όλες,
ετούτη την στιγμή, που σε κατευοδώνω,
να πας ταξίδι μακρινό, εις την λαμπρή την Τροία,
που τώρα ζώνουν Αχαιοί και πόλεμος και δάκρυ.

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού
Λευκωσία -Κύπρος
Γραφείο Υπουργού
18 Μαρτίου, 1996

Δυο Λόγια

Η Βαλεντίνη Πετράκη- Αναστασίου τραγουδά με μια απλότητα χαρακτηριστική της Κυπριακής ψυχής την τουρκοπατημένη τώρα Μεσαριά, αυτή που ‘ταν η τροφός της Κύπρου, γέννημα η ίδια αυτής της γης.

(Αφιέρωμα τιμής στον ήρωα του Απελευθερωτικού Αγώνα της Κύπρου 1955- 1959, Χαράλαμπο Μούσκο).

Χαράλαμπε μου τέκνον μου και γιε μονάκριβε μου,
Στα σπλάχνα σαν σε κράταγα, Ρήγα σε τραγουδούσα,
Να διαφεντεύεις τη χαρά, τες λύπες να σκορπίζεις.
Σε έκραζα αετόπουλο, λιγνοκυπάρισσο μου,
Ν’ ανοίγεις τες φτερούγες σου, στα όρη ν’ ανεβαίνεις
Και στην ψηλότερη κορφή να χτίσεις την φωλιά σου,
Να έχεις μέσα πέρδικα, την κόρη π’ αγαπούσες,
Να ’χεις και αετόπουλα, κύρη τους να σε κράζουν,
Να σε θωρώ να χαίρομαι, ν’ ανθίζει η καρδιά μου.

Το παρόν έργο συνιστά προϊόν ποιοτικής έρευνας στο οποίο χρησιμοποιήθηκε πολλαπλή μεθοδολογία στην συλλογή στοιχείων.

Εμπεριέχει επίσης τις προσωπικές παρατηρήσεις της ίδιας της ερευνήτριας η οποία, ως μέλος της κοινότητας του Πραστειού, είχε την ευκαιρία να παρατηρήσει ή και να συμμετάσχει σε πλήθος από τις διεργασίες που περιγράφονται, την πλειοψηφία των οποίων την σάρωσε η έλευση της τεχνολογίας. Σκοπός της συγγραφέως είναι όπως, μέσα από την περιγραφή των ποικίλων διεργασιών, που κάνει στο βιβλίο της αυτό, να συμβάλει στην διάσωση των διεργασιών αυτών, έστω και ως ανάμνηση ενός πλούσιου λαϊκού πολιτισμού.

Στέκεις ολόρθος, Διάκο εσύ,
κι αγέρωχα κοιτάζεις,
τα κορφοβούνια γύρω σου,
και τα θολά ποτάμια,
με τα μαλλιά κυματιστά,
στους ώμους σου ριγμένα,
να δέρνει τ’ απριλιάτικο,
το δροσερό αεράκι!

Διάκο,
η Πόλη, τ’ Αϊβαλί, η Σαλαμίνα της Κύπρου,
τ’ αδιέξοδα της Φυλής,
συνάχτηκαν όλα στο δεξί σου χέρι,
με το μοιρασμένο σπαθί…
Άδεια η λιγνή σου κόξα,
από άρματα κι από βόλι… 

Βάλε Αχιλλέα
Το  λαμπρό σου σπαθί στο θηκάρι του,
Λεβέντης εσύ
Κι ο Έκτορας όχι λιγότερο
Και των δυο η ζωή το ίδιο πολύτιμη,
Στις μάνες που σας γέννησαν
Γιοι ακριβοί.

Τα κονταροκτηπήματα,
Τους  σκοτωμούς αφήστε.
Καμιά Ελένης η ομορφιά και η τιμή,
Δεν είναι πιότερο ακριβή
Από τη νιότη σας
Και τη ζωή,
Στο γοργοτάξιδο του χρόνου διάβα,
Μοναδική...

Ακρίτα Διγενή άφθαρτε, με τα πολλά τα ρούχα,
άφησες στης Ρήγαινας το κάστρο, το σπαθί και το κοντάρι,
σαν έφευγες πωρνό- πωρνό, από την κλίνη την δική της.
Άφησες στο στόμα το φιλί της και πας σε ξένα μέρη,
να βρεις εκείνους που μίσεψαν με σκοτεινά καράβια.

Παίρνεις στο ένα χέρι το βιολί, στο άλλο το δευτέρι
και στον δεξί τον ώμο σου, την βούρκα σου κρεμάεις
που με αγάπη γέμισε, της Ρήγαινας το χέρι.

(Νόστιμον Ήμαρ)

Οικιστής εσύ,
Κράτησες στα χέρια σου τ’ αγνά,
Το ιερό πυρ, από τον βωμό,
Της θαλασσοφίλητης Σαλαμίνας
Και το πήρες στην νέα πατρίδα.

(Αφιερωμένο στον Ηρωομάρτυρα Τάσο Ισαάκ)

Εκεί στη νεκρή ζώνη, της μοιρασμένης πατρίδας,
έριξες λίπασμα το κορμί σου και το αίμα.

(Αφιέρωμα στους Αγνοούμενους της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο, το 1974)

Έκοψες το ψωμί το ζεστό που μόλις είχα βγάλει από τον φούρνο,
Πήρες ένα κομμάτι και το δάγκωσες, δεν είχες μπουκώσει* ακόμα.
«Τι γλυκό το ψωμί σου, μάνα», μου είπες
Και έκανες κατά το κάγκελο του σπιτιού μας.
Άφησα κάτω το φουρνόφτυαρο κι ας ήταν γεμάτος ο φούρνος ψωμιά.
Έτρεξα πίσω σου και σε πρόλαβα, εκεί στο κάγκελο
Και σε φύλησα ξανά.
Εσύ έφυγες, κι εγώ, εκεί στο κάγκελο,
Να σε κοιτώ που δάγκωνες το ζεστό ψωμί,
Σαν προχωρούσες με μεγάλες δρασκελιές.
Σε είδα που άνοιξες την πόρτα του λεωφορείου,
Στην άκρη του δρόμου,
Εκεί στην πλαταιΐτσα της γειτονιάς μας.
Στο λεωφορείο που σε περίμενε.
Σε περίμενε, ένα λεωφορείο γεμάτο νέα παιδιά,
Τα παιδιά της γειτονιάς μας,
Τα παιδιά του χωριού μας.
Με ένα μουγκρητό ξεκίνησε το λεωφορείο,
Θα πηγαίνατε στην Κερύνεια, εκείνο το πρωί του Αλωνάρη,
Ανήμερα του Προφήτη Ηλία,
Μου είχες πει.
Σου έγνεψα με το χέρι μου και σου είπα,
«Στο καλό παιδί μου!»
Ανταπέδωσες τον χαιρετισμό μου,
Από το παράθυρο του λεωφορείου,
Μου κούνησες το χέρι, με το κομμάτι το ψωμί στην χούφτα…